Γερμανικά » Ελληνικά

Μεταφράσεις για „ausgebeten“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά (Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)

aus|bitten

ausbitten irr VERB μεταβ:

das möchte ich mir ausgebeten haben!

Παραδειγματικές φράσεις με ausgebeten

das möchte ich mir ausgebeten haben!

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский