acidulé στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για acidulé στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

Μεταφράσεις για acidulé στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

acidulé στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για acidulé στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

Μεταφράσεις για acidulé στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
bonbon acidulé

acidulé Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

bonbon acidulé
Αμερικανικά Αγγλικά

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Γαλλικά
Akpan : pâte réalisé à base de farine complète de maïs fermenté, elle a un goût légèrement acidulé.
fr.wikipedia.org
Cette pomme juteuse a un goût sucré et légèrement acidulé, très agréable.
fr.wikipedia.org
Elles sont acidulés, rafraîchissantes, et servent à faire un sirop et des confitures sèches.
fr.wikipedia.org
Mangoustan, fruit sucré, juteux et acidulé, du mangoustanier, vu en coupe.
fr.wikipedia.org
Elles se trouvent dans un tissu mucilagineux, sorte de pulpe blanchâtre et gélatineuse, un peu sucrée et acidulée.
fr.wikipedia.org
Sa pulpe, légèrement astringente, est juteuse, sucrée, acidulée et de couleur jaune orangé.
fr.wikipedia.org
Au sens culinaire, on fait la distinction entre les myrtilles (bleues et plutôt sucrées) et les airelles (rouges et plutôt acidulées).
fr.wikipedia.org
Ses fruits sont comestibles au goût acidulé mais cet usage alimentaire reste anecdotique.
fr.wikipedia.org
Leur goût acidulé vient de l'acide ascorbique qu'elles contiennent.
fr.wikipedia.org
Le nez, très provençal, allie aux tonalités épicées, des notes d'agrumes et de petits bonbons acidulés.
fr.wikipedia.org

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Αναζητήστε "acidulé" σε άλλες γλώσσες


Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski