Αγγλικά » Σλοβενικά

I . while [(h)waɪl] ΟΥΣ no πλ

II . while [(h)waɪl] ΣΎΝΔ

1. while (during which time):

3. while (however):

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Αναζητήστε "whiles" σε άλλες γλώσσες


Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский | Slovenščina