Αγγλικά » Γερμανικά

wont·ed [wəʊntɪd, αμερικ wɔ:nt̬ɪd] ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ λογοτεχνικό

I . wont [wəʊnt, αμερικ wɔ:nt] τυπικ ΕΠΊΘ κατηγορ

II . wont [wəʊnt, αμερικ wɔ:nt] τυπικ ΟΥΣ no pl χιουμ

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

sb's wonted courtesy

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Αγγλικά
Here he labored with his wonted zeal, and often with great success.
en.wikipedia.org
They lost by degrees, through their own insolence and importunity, all the respect their order had so long enjoyed, and consequently all their wonted profits and privileges.
en.wikipedia.org
He pleaded that owing to floods, sterile lands, pestilence among sheep and cattle, and other sinister events in the past, the convent could not maintain its wonted hospitality.
en.wikipedia.org
With his wonted scrupulous care, he supplemented it by an index volume, together with a treatise on the imitation of famous preachers.
en.wikipedia.org

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Αναζητήστε "wonted" σε άλλες γλώσσες


Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski | Türkçe | 中文