Αγγλικά » Γερμανικά

shame·ful [ˈʃeɪmfəl] ΕΠΊΘ

2. shameful (disgraceful):

shameful
shameful
shameful
it's shameful that ...

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

shameful defeat

Παραδείγματα από το διαδίκτυο (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

He felt a mad desire to stop the casual passer-by, and tell him everything.

Then he wandered across Oxford Street into narrow, shameful alleys.

Two women with painted faces mocked at him as he went by.

www.besuche-oscar-wilde.de

Er fühlte ein wahnwitziges Verlangen, den zufällig Vorübergehenden anzuhalten und ihm alles zu erzählen.

Dann wanderte er über die Oxford Street in enge, schimpfliche Gassen.

Zwei Weiber mit geschminkten Gesichtern spotteten über ihn, als er vorbeiging.

www.besuche-oscar-wilde.de

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski | Türkçe | 中文