prélever στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για prélever στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
prélever une carotte

Μεταφράσεις για prélever στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

prélever στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για prélever στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

Μεταφράσεις για prélever στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

prélever Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

prélever de l'argent sur le compte
Αμερικανικά Αγγλικά

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Γαλλικά
Le plomb est mortellement toxique pour les passereaux, même pour de faibles doses de plomb prélevées sur la bille ingérée.
fr.wikipedia.org
Très impopulaire, la taxe sur les fenêtres n'a plus été prélevée après 1851.
fr.wikipedia.org
Un acompte, variant selon le type de carte, est prélevé.
fr.wikipedia.org
La dernière pierre prélevée sur la barre des Écrins est scellée le 14 septembre 1968.
fr.wikipedia.org
Elle permet de ramener jusqu'à un kilogramme de sol lunaire prélevé à plusieurs endroits.
fr.wikipedia.org
À l’époque, il était courant de prélever, sans le consentement des intéressés, des cellules sur les tumeurs cancéreuses pour la recherche.
fr.wikipedia.org
Une analyse du sol, des roches et du bois brûlé prélevé sur le site de débarquement a également été réalisée.
fr.wikipedia.org
Il a fini par trouver l’arbre et a même réussi à y prélever une noix dorée juste avant sa disparition.
fr.wikipedia.org
Les puits d'accès à l'eau souterraine prélèvent dans des réservoirs aquifères naturels.
fr.wikipedia.org
Il doit mettre en œuvre une foreuse capable de conserver la température des carottes de terrain prélevées.
fr.wikipedia.org

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski