endow στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για endow στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Μεταφράσεις για endow στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

endow στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για endow στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Μεταφράσεις για endow στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

Αμερικανικά Αγγλικά

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Αγγλικά
The new university was endowed with legal deposit copies and was supported by permanent state grants.
en.wikipedia.org
Yearly, up to six winners receive the award endowed with prize money of 5,000.
en.wikipedia.org
The genetic experiments endow them with wings and the ability to survive in space without oxygen or protection from the rigours of space.
en.wikipedia.org
He believed that children are endowed with creative power and potential.
en.wikipedia.org
The south transept was endowed as a chantry chapel in 1405.
en.wikipedia.org
Although she was never a nun, she was endowed with wide powers over the internal workings of the monastery.
en.wikipedia.org
Religious pluralism can be defined as respecting the otherness of others and accepting the given uniqueness endowed to each one of us.
en.wikipedia.org
They are endowed for rearing cattle and sheep.
en.wikipedia.org
The area is endowed with rich forests, industries and landscape.
en.wikipedia.org
It was so successful that he was able to endow a foundation by 1949.
en.wikipedia.org

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski