Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „εγκαρτέρηση“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

εγκαρτέρησ|η <-εις> [ɛŋgarˈtɛrisi] SUBST θηλ

1. εγκαρτέρηση (υπομονή):

εγκαρτέρηση
Geduld θηλ

2. εγκαρτέρηση (σταθερή επιμονή, αντοχή):

εγκαρτέρηση
Ausdauer θηλ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский