Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „διαπλαστική“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

διαπλαστική αγωγή ΝΟΜ
διαπλαστική απόφαση
διαπλαστική ευχέρεια ΝΟΜ
Γερμανικά » Ελληνικά

Μεταφράσεις για „διαπλαστική“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά (Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)

διαπλαστική αγωγή θηλ
διαπλαστική ενέργεια θηλ
διαπλαστική ευχέρεια θηλ
διαπλαστική διοικητική πράξη
διαπλαστική διαμορφωτική απόφαση θηλ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский