Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

sastreindre
to rot

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. cariare [kaˈrjare] ΡΉΜΑ μεταβ

cariare
cariare dente

II. cariarsi ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

cariarsi dente:

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
cariare

στο λεξικό PONS

I. cariare [ka·ˈria:·re] ΡΉΜΑ μεταβ (denti)

cariare

II. cariare [ka·ˈria:·re] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

cariare cariarsi (denti):

Presente
iocario
tucari
lui/lei/Leicaria
noicariamo
voicariate
lorocariano
Imperfetto
iocariavo
tucariavi
lui/lei/Leicariava
noicariavamo
voicariavate
lorocariavano
Passato remoto
iocariai
tucariasti
lui/lei/Leicariò
noicariammo
voicariaste
lorocariarono
Futuro semplice
iocarierò
tucarierai
lui/lei/Leicarierà
noicarieremo
voicarierete
lorocarieranno

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

I suoi denti si presentano gialli nel primo episodio, marci e gravemente cariati nei successivi.
it.wikipedia.org
Cariati per molto tempo fu insediata da questa civiltà che, dal questo punto strategico sul mare, dominava gran parte del territorio.
it.wikipedia.org