Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

škotska
Gründer

fondateur (-trice) [fɔ͂datœʀ, -tʀis] ΟΥΣ αρσ, θηλ

fondateur (-trice) d'une usine, ville, société
Gründer(in) αρσ (θηλ)
fondateur (-trice) d'une théorie, science
Begründer(in) αρσ (θηλ)
fondateur (-trice) d'une bourse, d'un prix
Stifter(in) αρσ (θηλ)
fondateur (-trice) d'une œuvre
Initiator(in) αρσ (θηλ)
fondateur(-trice) de l'entreprise
Firmengründer(in) αρσ (θηλ)

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

fondateur(-trice) de l'entreprise
Firmengründer(in) αρσ (θηλ)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

La fondation de coopération scientifique est administrée par un conseil d’administration composé de représentants de chaque membre fondateur.
fr.wikipedia.org
Il fait partie des problèmes fondateurs de la géométrie algorithmique.
fr.wikipedia.org
La position de l'individu dans la société villageoise est déterminée par son appartenance à la famille régnante du fondateur du village, propriétaire des terres.
fr.wikipedia.org
Le parti n'obtient cependant que des scores modestes aux élections législatives de 1999 et 2002 et son fondateur en abandonne la direction.
fr.wikipedia.org
Des 46 députés fondateurs, ils sont en tout 30 à être ainsi « purgés ».
fr.wikipedia.org