Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lAppennini
retto

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

rectum <πλ rectums, recta> [βρετ ˈrɛktəm, αμερικ ˈrɛktəm] ΟΥΣ ΑΝΑΤ

rectum
(intestino) retto αρσ

recta [βρετ ˈrɛktə, αμερικ ˈrɛktə]

recta → rectum

rectum <πλ rectums, recta> [βρετ ˈrɛktəm, αμερικ ˈrɛktəm] ΟΥΣ ΑΝΑΤ

rectum
(intestino) retto αρσ

στο λεξικό PONS

rectum [ˈrek·təm] ΟΥΣ ΑΝΑΤ

rectum
retto αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

It is possible for foreign bodies to enter the tract from the mouth, or from the rectum.
en.wikipedia.org
The same lesions are also present in pharynx, oesophagus, and on mucus-producing epithelia of the gut, from abomasum to rectum.
en.wikipedia.org
Waves of muscular contraction (known as peristalsis) in the walls of the colon move fecal matter through the digestive tract towards the rectum.
en.wikipedia.org
Bleeding from a bodily orifice, such as the rectum, nose, or ears may signal internal bleeding, but can not be relied upon.
en.wikipedia.org
As the waste fills the rectum and expands the rectal walls, nervous system stretch receptors in the rectal walls stimulate the desire to defecate.
en.wikipedia.org