Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

procreate
procreare

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. procreate [βρετ ˈprəʊkrɪeɪt, αμερικ ˈproʊkriˌeɪt] ΡΉΜΑ μεταβ

procreate children, young:

procreate

II. procreate [βρετ ˈprəʊkrɪeɪt, αμερικ ˈproʊkriˌeɪt] ΡΉΜΑ αμετάβ

procreate
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
to procreate
to procreate

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

procreate [ˈproʊ·kri·eɪt] ΡΉΜΑ αμετάβ τυπικ

procreate
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
to procreate
prolificare ΒΙΟΛ
to procreate
Present
Iprocreate
youprocreate
he/she/itprocreates
weprocreate
youprocreate
theyprocreate
Past
Iprocreated
youprocreated
he/she/itprocreated
weprocreated
youprocreated
theyprocreated
Present Perfect
Ihaveprocreated
youhaveprocreated
he/she/ithasprocreated
wehaveprocreated
youhaveprocreated
theyhaveprocreated
Past Perfect
Ihadprocreated
youhadprocreated
he/she/ithadprocreated
wehadprocreated
youhadprocreated
theyhadprocreated

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Being barren, werefoxes can only procreate by infecting a child, usually stealing it, and raise it as their own.
en.wikipedia.org
The fornixator is technically illegal, but tolerated by the government because its users are happy, do not demand anything else, and usually do not procreate.
en.wikipedia.org
Pointer challenged this condition as an unconstitutional restriction of her fundamental rights to privacy and to procreate.
en.wikipedia.org
The verb to father means to procreate or to sire a child from which also derives the noun fathering.
en.wikipedia.org
Doc describes only one experience of his practice at home: a young newlywed couple who are unable to procreate.
en.wikipedia.org