Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Aussenseiter
stuccare

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. caulk [βρετ kɔːk, αμερικ kɔk] ΟΥΣ

caulk

II. caulk [βρετ kɔːk, αμερικ kɔk] ΡΉΜΑ μεταβ

1. caulk:

caulk

2. caulk ΝΑΥΣ:

caulk
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
caulk
to caulk

στο λεξικό PONS

caulk [kɑ:k] ΡΉΜΑ μεταβ

caulk
caulk ΝΑΥΣ
Present
Icaulk
youcaulk
he/she/itcaulks
wecaulk
youcaulk
theycaulk
Past
Icaulked
youcaulked
he/she/itcaulked
wecaulked
youcaulked
theycaulked
Present Perfect
Ihavecaulked
youhavecaulked
he/she/ithascaulked
wehavecaulked
youhavecaulked
theyhavecaulked
Past Perfect
Ihadcaulked
youhadcaulked
he/she/ithadcaulked
wehadcaulked
youhadcaulked
theyhadcaulked

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Gaps along the overlap were secured by caulking with tar and animal hair.
en.wikipedia.org
In modern times, it is used as an ingredient in paint, varnish, and caulk.
en.wikipedia.org
A museum may also install sweeps and gaskets on exterior doors, screens on all drains and windows, while also caulking all cracks in the building.
en.wikipedia.org
This is correct, but caulking must be added to seal the joint so as to prevent the water from leaking.
en.wikipedia.org
In addition to the sleek exterior aesthetics, in a curtain wall system there are very few ledges or caulk joints through which moisture can enter.
en.wikipedia.org