Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

ungehindertes
kapitalbeschaffend

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

ˈcapital-raising ΕΠΊΘ προσδιορ

ˈcapi·tal rais·ing ΟΥΣ no pl ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Kapitalerhöhung θηλ <-, -en>
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

capital-raising ΕΠΊΘ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

capital raising ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

capital raising possibility ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

capital raising interest rate ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

capital raising decision ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

kapitalbeschaffend ΕΠΊΘ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The company said taking into consideration global equity market volatility and prevailing capital market conditions, it was looking at other capital raising options, including a rights offer.
www.nbr.co.nz
Ltd is a financial services firm that provides listed and unlisted companies with research, corporate advisory and capital raising services.
en.wikipedia.org
The initial capital raising for the open-ended fund had raised as much as $500 million by earlier this year.
www.afr.com
This is often because the company has exhausted other capital raising options or needs more immediate capital for project financing needs (such as inventory purchases, mergers, acquisitions and debt purchasing).
en.wikipedia.org
The firm focuses on clean technology and industrial growth, capital raising services concerning municipal government interests, and private placements and public offerings of corporate debt and corporate equity.
en.wikipedia.org