Σλοβενικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „doživeti“ στο λεξικό Σλοβενικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Σλοβενικά)

doživ|éti <doživím; dožível> ΡΉΜΑ

doživeti pf od doživljati:

Βλέπε και: dožívljati

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文