Μεταφράσεις για „wprowadzać“ στο λεξικό Πολωνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Πολωνικά)

Πολωνικά » Γερμανικά

I . wprowadzać <‑dza; perf wprowadzić> [fprovadzatɕ] ΡΉΜΑ trans

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文