Πολωνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „słychać“ στο λεξικό Πολωνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Πολωνικά)

słychać [swɨxatɕ] ΡΉΜΑ απρόσωπ ndm

2. słychać (wiadomo ze słyszenia):

man hört, dass ...

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文