Πολωνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „przyłożyć“ στο λεξικό Πολωνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Πολωνικά)

I . przyłożyć <‑ży> [pʃɨwoʒɨtɕ]

przyłożyć perf od przykładać

II . przyłożyć <‑ży> [pʃɨwoʒɨtɕ] ΡΉΜΑ intr perf pot (zbić)

Βλέπε και: przykładać

I . przykładać <‑da [lub po‑] przyłożyć> [pʃɨkwadatɕ] perf ΡΉΜΑ trans

przykładać (zbliżać):

II . przykładać <‑da perf przyłożyć> [pʃɨkwadatɕ] ΡΉΜΑ αυτο (starać się)

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文