Ιταλικά » Γερμανικά

I . poco (-a) <-chi, -che> ΕΠΊΘ

II . poco (-a) <-chi, -che> ΑΌΡΙΣΤΗ ΑΝΤΩΝ

1. poco pl:

poco (-a) (persone)
poco (-a) (cose)

2. poco (piccola quantità):

poco (-a)

pressappoco , press'a poco [pressapˈpɔ:ko] ΕΠΊΡ

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文