Ιταλικά » Γερμανικά

colmo [ˈkolmo] ΟΥΣ m

1. colmo (di cima, colle):

Gipfel m

2. colmo fig (apice):

Gipfel m
questo è il colmo! fam

colmo (-a) ΕΠΊΘ

2. colmo fig (di dolore, bile, amarezze):

colmo (-a)

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文