Ιταλικά » Αγγλικά

II . parlare1 [par·ˈla:·re] ΡΉΜΑ trans

III . parlare1 [par·ˈla:·re] ΡΉΜΑ αυτο

parlare parlarsi:

parlare2 ΟΥΣ m

1. parlare (discorso):

2. parlare (parlata):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文