Ισπανικά » Γερμανικά

1. vacío t. FÍS:

2. vacío (ausencia):

1. vacío:

I . vaciar <1. pres vacío> [baˈθiar] ΡΉΜΑ trans

1. vaciar:

II . vaciar <1. pres vacío> [baˈθiar] ΡΉΜΑ αυτο vaciarse

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文