Ισπανικά » Γερμανικά

uno1 [ˈuno] ΟΥΣ m

uno
Eins f

I . unir [uˈnir] ΡΉΜΑ trans

1. unir (dos elementos) t. TÉC:

3. unir (ingredientes):

4. unir (esfuerzos, voluntades):

II . unir [uˈnir] ΡΉΜΑ αυτο unirse

2. unir (dos personas):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文