Ισπανικά » Γερμανικά

I . una [ˈuna] ART INDEF

una → un

II . una [ˈuna] ΕΠΊΘ ΑΌΡΙΣΤΗ ΑΝΤΩΝ

una → uno²

Βλέπε και: uno , uno

uno1 [ˈuno] ΟΥΣ m

uno
Eins f

II . un, una <unos, -as> [un, ˈuna] ΕΠΊΘ

un, una → uno²

Βλέπε και: uno , uno

uno1 [ˈuno] ΟΥΣ m

uno
Eins f

I . unir [uˈnir] ΡΉΜΑ trans

1. unir (dos elementos) t. TÉC:

3. unir (ingredientes):

4. unir (esfuerzos, voluntades):

II . unir [uˈnir] ΡΉΜΑ αυτο unirse

2. unir (dos personas):

uno1 [ˈuno] ΟΥΣ m

uno
Eins f

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文