Ισπανικά » Γερμανικά

I . hacer [aˈθer] irr ΡΉΜΑ trans

6. hacer (construir):

7. hacer (disponer):

14. hacer (llegar):

übernachten in ... +dat

16. hacer (cumplir):

17. hacer (ser igual a):

18. hacer (emitir un sonido):

19. hacer (expulsar):

III . hacer [aˈθer] irr ΡΉΜΑ αυτο hacerse

2. hacer (crecer):

12. hacer (ιδιώματα):

hacerse de oro fam

IV . hacer [aˈθer] irr ΡΉΜΑ απρόσωπ

saber hacer [saˈβer aˈθer] ΟΥΣ m

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文