Ισπανικά » Γερμανικά

encapotado (-a) [eŋkapoˈtaðo, -a] ΕΠΊΘ

I . encapotar [eŋkapoˈtar] ΡΉΜΑ trans (con el capote)

II . encapotar [eŋkapoˈtar] ΡΉΜΑ αυτο encapotarse

1. encapotar (capote):

3. encapotar (persona):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文