Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „ταυτότητά“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

ταυτότητα [tafˈtɔtita] SUBST θηλ

1. ταυτότητα (απόλυτη ομοιότητα):

Identität θηλ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский