Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „παλουκώνω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

I . παλουκώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [paluˈkɔnɔ] VERB μεταβ (σουβλίζω)

παλουκώνω

II . παλουκώνομαι VERB αυτοπ ρήμα μτφ (κάθομαι)

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский