Μεταφράσεις για „παίζω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

παί|ζω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ˈpɛzɔ] VERB trans/intr

1. παίζω (παιχνίδι, όργανο, ρόλο):

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文