Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „οξυγόνου“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

Γερμανικά » Ελληνικά

Μεταφράσεις για „οξυγόνου“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά (Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)

παραγωγή θηλ οξυγόνου
φιάλη θηλ οξυγόνου
μάσκα θηλ οξυγόνου
έλλειψη θηλ οξυγόνου
απώλεια θηλ οξυγόνου
συσκευή θηλ παροχής οξυγόνου

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский