Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „ξαπλωμένος“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

ξαπλωμέν|ος <-η, -ο> [ksaplɔˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ

είμαι ξαπλωμένος

Παραδειγματικές φράσεις με ξαπλωμένος

είμαι ξαπλωμένος
ήταν ξαπλωμένος στο χώμα
είμαι ξαπλωμένος μπρούμυτα
ήταν ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς στο

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский