Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „νευριάζω κάποιον“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

I . νευριά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [nɛvriˈazɔ] VERB trans

II . νευριά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [nɛvriˈazɔ] VERB intr

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文