Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „μακροπρόθεσμη“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

μακροπρόθεσμη σύγκριση
μακροπρόθεσμη πίστωση
μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση
μακροπρόθεσμη κατάθεση
Γερμανικά » Ελληνικά

Μεταφράσεις για „μακροπρόθεσμη“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά (Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)

Langzeitstudie ΟΙΚΟΝ
μακροπρόθεσμη ανάλυση θηλ
μακροπρόθεσμη σύγκριση θηλ
μακροπρόθεσμη συνέπεια θηλ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский