Μεταφράσεις για „μαζεύω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

I . μαζ|εύω <-εψα, -εύτηκα, -εμένος> [maˈzɛvɔ] VERB trans

III . μαζ|εύω <-εψα, -εύτηκα, -εμένος> [maˈzɛvɔ] VERB αυτο μαζεύομαι

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文