Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „μέρα“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

μέρα

μέρα s. ημέρα

Βλέπε και: ημέρα

ημέρα [iˈmɛra], μέρα [ˈmɛra] SUBST f

Tag m

ημέρα [iˈmɛra], μέρα [ˈmɛra] SUBST f

Tag m

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文