Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „εξυπηρέτηση“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

εξυπηρέτησ|η <-εις> [ɛksipiˈrɛtisi] SUBST f

1. εξυπηρέτηση (παροχή βοήθειας):

Dienst m

3. εξυπηρέτηση (σε κατάστημα: του πελάτη):

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文