Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „ενύπνιο“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

ενύπνιο [ɛˈnipniɔ] SUBST ουδ

ενύπνιο
Traum αρσ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский