Μεταφράσεις για „γελώ“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

I . γελ|ώ <-άς, -ασα, -άστηκα, -ασμένος> [jɛˈlɔ] VERB intr

III . γελ|ώ <-άς, -ασα, -άστηκα, -ασμένος> [jɛˈlɔ] VERB αυτο

γελώ γελιέμαι:

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文