Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „αναλώσιμος“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

αναλώσιμ|ος <-η, -ο> [anaˈlɔsimɔs] ΕΠΊΘ

αναλώσιμος
Konsum-

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский