Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „ακτινοβόλος“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

ακτινοβόλ|ος <-ος, -ο> [aktinɔˈvɔlɔs] ΕΠΊΘ

2. ακτινοβόλος μτφ (πρόσωπο, χαμόγελο):

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文