Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „ακαθόριστος“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

ακαθόριστ|ος <-η, -ο> [akaˈθɔristɔs] ΕΠΊΘ

1. ακαθόριστος (όχι προσδιορισμένος):

2. ακαθόριστος (ασαφής: ιδέα):

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文