Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „έμμισθος“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

έμμισθ|ος <-η, -ο> [ˈɛmisθɔs] ΕΠΊΘ

έμμισθος

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский