Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „άκαμπτος“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

άκαμπτ|ος <-η, -ο> [ˈakamptɔs] ΕΠΊΘ

1. άκαμπτος (πράγμα, κανόνες):

2. άκαμπτος (για άνθρωπο: που δεν υποχωρεί):

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文