Ελληνικά » Γερμανικά

θέλω <-εις και θες, -ησα, (η)θελημένος> [ˈθɛlɔ] VERB trans

4. θέλω (ποθώ ερωτικά):

5. θέλω (είναι μοιραίο):

6. θέλω (οφείλω: χρήματα):

ΝΑ

ΝΑ Abk von συντομογραφία: νοτιοανατολικά

I . το(ν) [tɔ(n)] ΆΡΘ

το(ν)
den

Βλέπε και: ο , Ο

ο [ɔ] ΆΡΘ

ο
der

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文