Μεταφράσεις για „Δ.Σ“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: δώσω , δύση και δόση

1. δόση (φαρμάκου, ακτινοβολίας):

2. δόση (ποσότητα χρημάτων):

δίνω <έδωσα, δόθηκα, δοσμένος> [ˈðinɔ] VERB trans

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文