Γερμανικά » Τουρκικά

Μεταφράσεις για „zunehmen“ στο λεξικό Γερμανικά » Τουρκικά (Μετάβαση προς Τουρκικά » Γερμανικά)

zunehmen irr ΡΉΜΑ intr

1. zunehmen (wachsen, sich erhöhen):

2. zunehmen (Gewicht):

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Στείλτε τη μας. Σας ευχαριστούμε για τη συμβολή σας!

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文