Γερμανικά » Τουρκικά

besorgen ΡΉΜΑ trans

1. besorgen (beschaffen):

2. besorgen (einkaufen):

(satın) almak -i

3. besorgen (erledigen):

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Στείλτε τη μας. Σας ευχαριστούμε για τη συμβολή σας!

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文