Γερμανικά » Τουρκικά

I . anhalten irr ΡΉΜΑ trans

1. anhalten (stoppen):

2. anhalten (Atem):

tutmak -i

II . anhalten irr ΡΉΜΑ intr

1. anhalten:

2. anhalten (dauern):

Anhalt ΟΥΣ m (Hinweis)

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Στείλτε τη μας. Σας ευχαριστούμε για τη συμβολή σας!

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文