Γερμανικά » Σλοβενικά

Μεταφράσεις για „einsame“ στο λεξικό Γερμανικά » Σλοβενικά (Μετάβαση προς Σλοβενικά » Γερμανικά)

einsam [ˈaɪnzaːm] ΕΠΊΘ

2. einsam (abgelegen):

3. einsam (menschenleer):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文